μερισματαπόδειξη

μερισματαπόδειξη
η
η προσαρτημένη στη μετοχή απόδειξη είσπραξης με την οποία καταβάλλεται το μέρισμα που αναλογεί σε κάθε μετοχή, αλλ. μερισματόγραφο, κν. κουπόνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μέρισμα, -ατος + απόδειξη. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • μερισματαπόδειξη — η απόδειξη που χρησιμεύει για την είσπραξη του μερίσματος από μετοχή ή ομολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κουπόνι — το 1. απόκομμα ομολογίας, μετοχής ή χρεωγράφου, μερισματαπόδειξη, τοκομερίδιο 2. απόκομμα στο οποίο αναγράφεται το ποσό που προσφέρει κανείς σε έναν έρανο ή το ποσό τής οικονομικής ενισχύσεως που δίνει 3. απόδειξη συμμετοχής σε περιοδική διανομή …   Dictionary of Greek

  • μερισματόγραφο — τό η μερισματαπόδειξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέρισμα ατος + γραφο (< γράφω), πρβλ. υστερό γραφο] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”